Το θρυμματισμένο όνειρο ενός «πλαστικού» ταλέντου

Του Αλεσσάντρο Μερκιόρι
…Καλοκαίρι του ’03, σε παραλία του Σουνίου. Χωρίς δεύτερη σκέψη κι αδιαφορώντας για την καυτή άμμο, η μεγάλη μου κόρη παίρνει φόρα και τρέχει να βουτήξει στη θάλασσα. Με φωνάζει, αλλά δεν την ακούω: έχω μείνει άγαλμα και δεν κοιτάω καν ευθεία, προς τη μεριά της, αλλά διαγώνια, στο βάθος.
Την προσοχή μου έχουν μαγνητίσει πέντε πιτσιρικάδες που παίζουν μπάλα: κυρίως ένας απ’ αυτούς που, χωρίς καμία απολύτως υπερβολή δεν θα είχε να ζηλέψει τίποτα από τα μεγάλα «10άρια» της ιστορίας.

Σχεδόν αντανακλαστικά συνειδητοποιώ πως βαδίζω προς το μέρος τους: τους πλησιάζω και κοντοστεκόμαστε, παρέα με την επίσης
αποσβολωμένη κόρη μου, να χαζέψουμε εκείνον που με τη μπάλα έκανε ό,τι ακριβώς ήθελε: όποτε το ήθελε.
Δεν μ’ έχει δει. Μου’ χει γυρισμένη την πλάτη και συνεχίζει, ανέμελος να διατάζει τη σφαίρα: να την χαϊδεύει με τα μαγικά του πόδια, να της δίνει ύψος, να την φέρνει πίσω από την πλάτη του, γύρω από το λαιμό και το κεφάλι του, και ξανά από την αρχή.
Τον διακόπτω, του λέω συγγνώμη και τον ρωτάω αυθόρμητα, εσύ, σε ποια ομάδα παίζεις (;). Γυρίζει προς το μέρος μου απορημένος και φέρνει το δεξί του χέρι προς το πρόσωπό του. Σαν να ήθελε, από ντροπή ή αμηχανία να κρύψει κάτι.
«Εγώ (;), μακάρι να’ παιζα, αλλά να… δυστυχώς, που να παίζω. Δες και μόνος σου το γιατί», επαναλαμβάνει δείχνοντάς μου το παραμορφωμένο,πιθανότατα από εγκαύματα πρόσωπό του.

Ε και (;), του λέω. Πες μου εσύ που θα ήθελες να παίξεις και μην σε
νοιάζουν τα υπόλοιπα. «Στην ΑΕΚ (!), μου λέει. Τ’ όνειρό μου θα ήταν να παίξω στην ΑΕΚ».
Ανταλλάσσουμε τηλέφωνα. Μέσω του αείμνηστου φίλου και συναδέλφου Γιάννη Ξενάκη, επί χρόνια εξειδικευμένου ρεπόρτερ των
«κιτρινόμαυρων» το ραντεβού στους Θρακομακεδόνες επιτέλους κλείνεται κι ο πολλά υποσχόμενος, υποψήφιος «Έλληνας Μαραντόνα»ανηφορίζει στους πρόποδες της Πάρνηθας.
Πως πήγε;
«…Πώς να πάει…».
Δηλαδή.
«Από τη μία μου’ παν ότι θα μπορούσα και να τους κάνω. Από την άλλη όμως, μου πρότειναν να πάω να «ψηθώ» σε κάποιο άλλο, φιλικό στην ΑΕΚ σωματείο».
Ποτέ δεν έμαθα την ηλικία του, ούτε και τι απέγινε. Ωστόσο αηδίασα και στεναχωρήθηκα όταν υψηλόβαθμος στέλεχος του (…τρομάρα του)

«Δικεφάλου», εμμέσως, πλην, σαφώς παραδέχτηκε ότι εάν το παιδάκι είχε τα χρήματα για μία πλαστική επέμβαση τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν και διαφορετικά. Και του απαντάω αυθόρμητα, «…φταίει το παιδάκι που δεν είχε τα λεφτά (;), ή η ΑΕΚ που δεν ήθελε να επενδύσει δύο, το πολύ τρία χιλιάρικα για τον ξανά κάνει να ζήσει και να χαρεί το όνειρό του;».
Πικράθηκα κ απογοητεύτηκα, γιατί το πολλά υποσχόμενο «παιδάκι» κόπηκε αποκλειστικά λόγω εμφάνισης καταγράφοντας, δυστυχώς ένα ακόμη φαινόμενο κοινωνικού ρατσισμού.
Πόσο δίκιο είχε ο Ιταλός προπονητής Σέρσε Κόζμι, όταν έλεγε ότι «τα καθαρόαιμα ταλέντα δεν χρειάζεσαι αεροπλάνο για να τα βρίσκεις, αλλά μπορείς πολύ καλύτερα και με το αυτοκίνητο». Υπονοώντας ότι είναι δίπλα μας, ανάμεσά μας κι όχι μακριά μας. Αρκεί να καταφέρουμε να βγάλουμε μία για πάντα τις παρωπίδες της αδικίας από τα μάτια της
εμπάθειας και της μνησικακίας…

Comments

comments